Banner

Ημερολόγιο

Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 
 
 
 
 
1
 
2
 
3
 
4
 
5
 
6
 
7
 
8
 
9
 
10
 
11
 
12
 
13
 
14
 
15
 
16
 
17
 
18
 
19
 
20
 
21
 
22
 
23
 
24
 
25
 
26
 
27
 
28
 
29
 
30
 
31
 
 
 
 
 
 
 

 

 


 

Εργασιακό Τουρνουά Ποδοσφαίρου 2018

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πανηγυρική ομιλία του Γιάννη Καλπούζου για την επέτειο των 105 χρόνων από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Νικητές, ηττημένοι και οφειλέτες
(του Γιάννη Καλπούζου)

Η τιμητική πρόταση που μου έγινε από τον δήμαρχο Θωμά Μπέγκα να εκφωνήσω τον πανηγυρικό λόγο της επετείου για τα 105 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων με βρήκε να ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα, το οποίο εξελίσσεται στα Γιάννενα από το 1917 μέχρι το 1929. Κοντολογίς ήμουν κυριολεκτικά βυθισμένος στην Ιστορία των Ιωαννίνων και συναισθηματικά ταυτισμένος με την πόλη των θρύλων και της μυστηριακής γοητείας. Όμως αμέσως γεννήθηκαν τα ερωτήματα: Τι να πρωτοπώ; Για ποιον να μιλήσω, τι και ποιον να παραλείψω;
Αν προσπαθούσα να συμπεριλάβω όλο το ιστορικό υπόβαθρο, το γεωγραφικό ψηφιδωτό και τους ανθρώπους που συνέβαλλαν στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων η ομιλία μου θα εξελισσόταν σε έπος ως προς την έκταση, ενώ δε θα απέφευγα τις αναφορές σε ήδη γνωστά γεγονότα.
Εντέλει αποφάσισα να σας μεταφέρω όσο πιο ζωντανά γίνεται στις μέρες της απελευθέρωσης και λίγο στα κατοπινά χρόνια, όπως και να αγγίξω μια αθέατη πλευρά, αυτή των ηττημένων. Εξού και ο τίτλος της ομιλίας μου: Νικητές, ηττημένοι και οφειλέτες.
Το επιχειρώ, ξεκινώντας το χρονικό άλμα προς τα πίσω, με συνοδοιπόρο το 8ο Σύνταγμα πεζικού, το οποίο είχε αναπτυχθεί στην περιοχή της Μανωλιάσας, έτσι όπως περίπου περιέγραφα την πορεία του σε ένα παλιότερο μυθιστόρημά  μου:
Οι βροχές, το κρύο, το χιονόνερο και το χιόνι αποδείχτηκαν φοβεροί εχθροί. Πλάγιαζαν, τους κρα¬τούσε ξύπνιους η παγωνιά, κι αν κατάφερναν ν’ αποκοιμηθούν ξυπνούσαν την αυγή ξυλιασμένοι.
Εκτός απ’ τον καιρό είχαν ν’ αντιμετωπίσουν τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις των Οθωμανών, ενώ βρίσκονταν διαρκώς σ’ επιφυλακή. Φύλαγαν διπλοσκοπιές, γινό¬ταν το Μάνλιχερ ένα με το κορμί τους όλο το εικοσιτετράωρο και τ’ άρβυλα δεν έβγαιναν στιγμή απ’ τα ποδάρια τους. Πάλευαν με τις σφαίρες και τις οβίδες, κι από την άλλη με τη δυσεντερία, τα κρυοπαγήματα και τις λοιπές αρρώστιες.
Η μέρα της εβδόμης Ιανουαρίου 1913 ξημέρωσε ηλιόλουστη και πα-γερή. Ελαφρύ στρώμα πάχνης κάλυπτε τις πλαγιές, το χιόνι έλαμπε στις κορφές του Ολύτσικα, και πέρα, στο βάθος, η λίμνη των Ιωαννίνων αντανακλούσε κρυστάλλινη.
Από τις έξι το πρωί όλες οι ελληνικές δυνάμεις βρίσκονταν στο πόδι. Στις οκτώ, πήρε να σείεται ο τόπος. Ήχησαν πρώτα οι φο¬βεροί κρότοι των ορειβατικών κανονιών στα υψώματα Σπαρτίτσι και Φτελιάς και των τοπομαχικών στον αυχένα της Κανέτας, κι αμέσως απάντησαν οι Οθωμανοί απ’ το Μπιζάνι, ενώ έβαλλαν και τα πολυβόλα τους απ’ τα υψώματα της Μανωλιάσας.
«Γονυπετείς!» πρόσταξε ο λοχαγός Πραντούνας, διοικητής του 3ου τάγματος, κι επανέλαβαν τη διαταγή οι διοι¬κητές των λόχων και οι διμοιρίτες.
«Πυρ!» έκραξε ο λοχαγός και η ομοβροντία των εξακοσίων Μάνλιχερ αντήχησε στις χαράδρες συγχρόνως με τους κρότους των πολυβόλων μιας διμοιρίας.
Πέντε φυσίγγια, γέμισμα, άλλα πέντε, γέμισμα ξανά.
«Εγέρθητε! Εμπρός!»
Όρμησαν μπροστά για είκοσι μέτρα, καλύφθηκαν πίσω από δέντρα και βράχια, και ξανά οι ίδιες προσταγές.
«Αλτ!», «Γονυπετείς!», «Πυρ!», «Εγέρθητε! Εμπρός!»
Οι Οθωμα¬νοί αμύνονταν σθεναρά, αν και υποχώρησαν οι προφυλακές τους.
Η μάχη εξελισσόταν ολοένα και σε πιο σκληρή. Ο εχθρός με ισχυρές δυνάμεις και κατέχοντας οχυρωμένες θέσεις στη γραμμή: ύψωμα 902, Κέντρωμα, ύψωμα 1075 και στις ράχες ανατολικά του χωριού της Μανωλιάσας πολεμούσε με πείσμα. Οι στρατιώτες του 8ου συντάγματος επιτίθεντο από τον αυχένα βόρεια στο Θεριακήσι, μέχρι τη χαράδρα της Μανωλιάσας, απλωμένοι σε μια έκταση περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων.
Το 3ο τάγμα μαχόταν εναντίον των υψωμάτων 902 και 1075, τα οποία αποτελούσαν την κύρια γραμμή άμυνας του εχθρού.
Στις δέκα και μισή ο εφεδρικός 10ος λόχος, διατάχτηκε να ενισχύσει την αριστερή πτέρυγα.
«Εμπρός!» έκραξε ο ανθυπολοχαγός Παπαπαναγιώτου.
«Εμπρός!» φώναξαν κι οι διμοιρίτες και πάραυτα ήχησαν οι συγχρονισμένες κραυγές των στρατιωτών:
«Εμπρόοος!» «Εμπρόοος!» «Εμπρόοος!»
Όρμησαν κατά το ύψωμα 1075. Ανηφορική η πλαγιά, πέτρες, λίγα χωράφια, κοντοπούρναρα, ύστερα μια ρεματιά, δεύτερη, και πλέον το τοπίο γυμνό από δέντρα· λευκά βράχια, σκόρ¬πιοι θάμνοι, ασφάκες, στρωματιές χαλίκια κι ακόμα εφτακόσια μέτρα ως την κορυφή.
Έσμιξαν με τον 12ο λόχο, καλύφθηκαν στα βράχια, έριξαν από δέκα φυσίγγια και χύμηξαν πάλι στον ανήφορο με αλαλαγμούς. Κατέλαβαν δυο υψώματα, δυτικά της θέσεως Καπετάν Γεωργά¬κη, γιομίζοντας με πτώματα Οθωμανών τις πλαγιές, και προχω¬ρούσαν ακάθεκτοι.
«Αλτ! Γονυπετείς!» πρόσταξε ο ανθυπολοχαγός.
Έβλεπαν πια τις κάννες των μάουζερ και τις σουβλερές λόγ¬χες των Οθωμανών, οι οποίοι ήσαν ταμπουρωμένοι στην κορφή πίσω από πλακολιθιές.
Την ίδια ώρα πυροβολισμοί αχολογούσαν σε όλη την κορυφοσειρά και το οροπέδιο. Οι ξηροί κρότοι των κανονιών τράνταζαν το βουνό και τις χαράδρες· οι οβίδες σφύριζαν δαιμονισμένα, έπεφταν στα βράχια, και μαζί με τούτα τσακίζονταν σε χιλιάδες αιχμηρά κομμάτια· μαύρα σύγνεφα καπνού απ’ το μπαρούτι κάλυπταν την περιοχή· και τα πολυβόλα κροτάλιζαν με ταχύτητα ραπτο¬μηχανής.
«Πυρ!» έδωσε διαταγή ο ανθυπολοχαγός.
Έριξαν τα πέντε φυσίγγια, ανεβοκατεβάζοντας κάθε φορά με ταχύτητα το κινητό ουραίο, και ξαναγέμισαν. Προχώρησαν είκοσι μέτρα κι άλλα είκοσι, και ρίχνοντας τις τελευταίες βολές, έλαβαν την προσταγή:
«Εγέρθητε! Εφ’ όπλου λόγχη! Εμπρός!»
«Εμπρόοος!» «Εμπρόοος!» «Εμπρόοος!» κραύγαζαν οι τετρακόσιοι είκοσι άντρες του λόχου κι εφορμούσαν ακράτητοι, ενώ κινούνταν στο ανηφορικό και βραχώδες έδαφος αποκομμένοι απ’ το λοιπό τάγμα.
Όπως σκαρφάλωναν, πηδούσαν κι έτρεχαν, έμοιαζαν με χακί σύγνεφο που καταπίνει το βουνό.
Γλιστρούσαν στα λευκά βράχια και στις κοφτερές πέτρες, γδέρ¬νονταν, βλαστημούσαν, τσακίζονταν, έπεφταν νεκροί απ’ τις σφαί¬ρες των Οθωμανών, σωριάζονταν δώθε κείθε λαβωμένοι, μα όσοι απέμεναν όρθιοι συνέχιζαν να προχω¬ρούν.
Με άγριες φωνές κι αλαλαγμούς έφτασαν στην κορυφή του υψώματος 1075. Όρμησαν στα ταμπούρια των Οθωμανών και πλέον μάχονταν σώμα με σώμα, λόγχη τη λόγχη, κοντάκι το κοντάκι, κι οι αξιωματικοί με τις σπάθες. Ποιου λόγχη θα τρυπήσει ή θα ξεκοιλιάσει ποιον. Ποιο κοντάκι θ’ ανοίξει το κεφάλι ποιου. Ποια σπάθα θα κατακρεουργήσει το κορμί του αντιπάλου.
Οι Οθωμανοί μετά από λυσσώδη αντίσταση υποχώρησαν βό¬ρεια της κορυφογραμμής αφήνοντας πίσω τους δεκάδες νεκρούς, τραυματίες, στοίβες φυσίγγια, τρόφιμα, μάουζερ πεταμένα εδώ κι εκεί, ξίφη και δυο πολυβόλα.
Οι στρατιώτες των δύο λόχων μ’ ενθουσιώδεις κραυγές τούς πήραν στο κατόπι πυροβολώντας. Ήχησαν όμως οι σφυρίχτρες των αξιωματικών, ανέκοψαν το κυνηγητό και τους πρόσταξαν να κτί¬σουν οχυρώματα προς τη μεριά του Προφήτη Ηλία όπου συμπτύ¬χτηκαν οι Οθωμανοί.
Βάλθηκαν να κτίζουν ταμπούρια κι άλλοι να μεταφέ¬ρουν λαβωμένους στο νοσοκομείο στο Θεριακήσι με φορεία ή υπο¬βαστάζοντάς τους στην απότομη πλαγιά. Χρόνος για τους νεκρούς δεν περίσσευε.
Σύντομα οι Οθωμανοί άρχισαν σφοδρό κανονιοβολισμό απ’ τον Προφήτη Ηλία, τη θέση Σκυλί, το Μπιζάνι και το ύψωμα Καστρί. Οι οβίδες σφύριζαν δαιμονιωδώς, τα βράχια κατακερματίζονταν, τεράστιοι λάκκοι ανοίγονταν στο έδαφος, πέτρες και χώματα τινάζονταν στον αέρα, κορμιά διαλύονταν, φωνές, πυροβολισμοί, βογκητά, καπνοί και παραγγέλματα.
Σε δέκα λεπτά, κι αφού τα κανόνια αφάνισαν δεκάδες, ξεκί¬νησε η μάχη των Μάνλιχερ από τη μια και των μάουζερ από την άλλη, δίχως να πάψει να χτυπά το πυροβολικό των Οθωμανών. Απεναντίας, είχαν σιγήσει από ώρα τα κανόνια των Ελλήνων, αφήνοντας πα¬ντελώς ακάλυπτους τους μαχόμενους στην κορυφογραμμή.
Λεφούσια Αλβανών, τους οποίους οι Έλληνες ισχυρίζονταν ότι οι Οθωμανοί μεθούσαν με κονιάκ και κόκκινο πιπέρι, ορμούσαν πηδώντας όπως τα κατσίκια στα βράχια. Πολλοί έπεφταν νεκροί, μα οι υπόλοιποι ταμπουρώνονταν, πυροβολούσαν και πάλι χύνονταν μπροστά καταλαμβάνοντας ολοένα και κοντινότερες θέσεις.
Πήγε για ώρα χωρίς σταματημό το τουφεκίδι κι ο πάταγος απ’ τις εκρήξεις και μαζί οι επιθανάτιοι ρόγχοι, τα ρεκάσματα και τα βογκητά. Οι άντρες του 10ου και του 12ου λόχου αποδεκατίστηκαν απ’ τον ορυμαγδό των οβίδων κι εκτός μάχης βρέθηκε σχεδόν το σύνολο των αξιωματικών. Νεκροί οι ανθυπολοχαγοί Καράκαλος και Παράσχος, και τραυματισμένοι ο Βλασόπουλος κι ο εκ Ναυ¬πλίου Κωτσονόπουλος.
Άξαφνα έπαψαν οι κανονιοβολισμοί των Οθωμανών. Οι ενα-πομείναντες αξιωματικοί των δύο ελληνικών λόχων αντιλήφθηκαν τον σκοπό τους και πάραυτα ούρλιαξαν:
«Εφ’ όπλου λόγχη!» «Εφ’ όπλου λόγχη!»
Ωσάν αγρίμια πετάχτηκαν οι Αλβανοί απ’ τα κατσάβραχα με τις ξιφολόγχες προτεταμένες, δίχως να σταματήσουν να πυροβο¬λούν, κι ακολουθούσαν εκατοντάδες. Με ορμή μπήκαν στα οχυρώ¬ματα του υψώματος 1075 και πλέον η μάχη διεξαγόταν κορμί με κορμί.
«Τίποτα δεν είναι, θηρία μου!» έκραξε ο ανθυπολοχαγός Πα-παπαναγιώτου, και την ίδια στιγμή τον πέτυχε η σφαίρα στην ωμοπλάτη.
Οι ολίγοι άντρες του 10ου και του 12ου λόχου μάχονταν γενναία. Έσφαζαν και σφάζονταν, κραύγαζαν και βλαστημούσαν σ’ έναν αλλόκοτο χορό στις κορυ¬φές του όρους Μανωλιάσα.
Ένας ένας λιγόστευαν, καθώς οι Οθωμανοί κι οι Αλβανοί υπερ-τερούσαν σε αριθμό και δεν υπολείπονταν σ’ αντρειοσύνη. Έπεσε τραυματισμένος κι ο πρώην βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας, έφε¬δρος ανθυπολοχαγός Παντελής Καρασεβδάς, τελευταίος αξιωμα¬τικός του 10ου λόχου.
Όμως εξακολουθούσαν να παλεύουν απεγνωσμένα, ενώ δεκά¬δες κείτονταν ανάσκελα, μπρούμυτα κι άλλοι με κοιλιές ανοιγ¬μένες, σπασμένα κεφάλια και κομμένα μέλη. Δεκάδες κι οι λαβω¬μένοι να βογκούν δώθε κείθε.
Πήραν στο τέλος να υποχωρούν…
Σε μια ώρα ξεκίνησε επίθεση το 2ο τάγμα κι όσοι απόμειναν απ’ τους δυο αποδεκατισμένους λόχους του 3ου. Με πυρά κάθε είκοσι μέτρα στην αρχή κι ύστερα με εφ’ όπλου λόγχη χύμηξαν εναντίον των Οθωμανών. Νέες μάχες σώμα με σώμα, νέο μακελειό, ώσπου ήχησαν οι θριαμβευτικές κραυγές των Ελλήνων μόλις έτρεψαν σε άτακτη φυγή τον εχθρό.
Ωστόσο, σύντομα έπαψαν οι πανηγυρισμοί κι αμίλητοι θωρού¬σαν ολόγυρα τα άψυχα κορμιά. Πάγωσαν οι ψυχές, συννέφιασαν. Συγχρόνως άρχισε να συννεφιάζει κι ο ουρανός. Θαρρείς και θέλησε να θρηνήσει για τους σκοτωμένους, όπως ένας στρατιώτης απ’ την Αρκαδία, που, ανακαθισμένος στο χώμα και κρατώντας αγκαλιά τον νεκρό αδερφό του, ψέλλιζε:
«Τι θα πω μωρέ στη μάνα μας;»
Εκείνος δεν αγρικούσε πια. Άκουγαν όμως και ριγούσαν οι ζωντανοί. Αβγάτιζε το ρίγος τους κι ένας Ηπειρώτης, που με το κεφάλι μισοδιαλυμένο, ψέλλιζε:
«Έχετε γεια, ψηλά βουνά / και σεις κοντοραχούλες / κι εγώ θα πάω, θα πάω στα Γιάννενα… εγώ θα πάω, θα πάω στα Γιαν…»
Κι εκεί απάνω άφησε την τελευταία του πνοή.-

Με όσα προανέφερα θέλησα να δώσω μια παραστατική εικόνα από το Μέτωπο του Μπιζανίου, γιατί καμιά φορά εξωραΐζεται και χάνεται η αγριότητα του πολέμου στις πανηγυρικές επετείους και γιατί πιστεύω ότι έτσι θα συμπορευτούμε έστω για λίγο νοερά, ως φόρο τιμής, με εκείνους που έδωσαν το αίμα τους για να ζούμε εμείς σήμερα σε μια ελεύθερη πατρίδα.
Όμως ας αφήσουμε για λίγο το πεδίο της μάχης για να δούμε μια μικρότερη σε έκταση εικόνα εντός των Ιωαννίνων την ίδια χρονική περίοδο :
Στις έξι Γενάρη 1913, η πολιορκία της πόλης συμπλήρωνε τρεις μήνες. Η μέρα ήταν βροχερή, τα κανόνια χτυπούσαν αδιάκοπα στο Μέτωπο του Μπιζανίου, θέριζε στα Γιάννενα η πείνα και οι αρρώστιες, στους δρόμους κυκλοφορούσαν μόνο Τούρκοι φαντάροι με τις στολές τους βρώμικες και ξεσχισμένες, οι σκοτεινόχρωμες τάβλες των καταστημάτων παρέμεναν κλειστές κι όλα βούλιαζαν στις λάσπες απ’ το ασταμάτητο πέρασμα των στρατευμάτων και των φορτηγών με τα πολεμοφόδια. Συνάμα έσκαβαν ολημερίς τάφους στα νεκροταφεία, όπου έφταναν διαρκώς πένθιμα μπουλούκια συνοδεύοντας τα νεκροκρέβατα∙ πέντε, έξι, εφτά, οκτώ στη σειρά.
Από τις επτά το απόγευμα τα Γιάννενα φάνταζαν με έρημη πόλη. Κυκλοφορούσαν μόνο στρατιωτικά περίπολα και σκυλιά. Οι Γιαννιώτες παρέμεναν έγκλειστοι στα σπίτια. Παντού κυριαρχούσε ο φόβος, τον οποίο επέτειναν οι αθρόες συλλήψεις και οι θανατικές καταδίκες στο οθωμανικό στρατοδικείο.-
Και ξανά στο Μέτωπο, όπου δεν έλειπαν τα ευτράπελα όταν αναπτερώνονταν το ηθικό των στρατιωτών και τους ενθουσίαζαν οι πτήσεις των αεροπό¬ρων Αδαμίδη και Μουτούση πάνω από τις θέσεις των Οθωμανών. Πτήσεις οι οποίες προκαλούσαν σε ορισμένους την έντονη απορία:
«Μωρ’ είδες πράμα! Πώς διάολο πετάει και δεν πέφτ’ κα¬ταής;»
Όσο για τον Γιαννιώτη Χρήστο Αδαμίδη, εκ των τριών πρώτων Ελλήνων αεροπόρων, το σπίτι του βρισκόταν στην οδό Ελισάβετ Καστρισσόια παρέκει από την πλατεία Ζαλόγγου ή Άλσος.
«Καλά Γιάννενα!» εύχονταν κάθε πρωί αντί για καλημέρα οι φαντάροι, μα τα Γιάννενα δεν έπεφταν. Οι Οθωμανοί συνέχιζαν να πολεμούν κι ας αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο οι λιποταξίες στρατιωτών τους, ανάμεσα στους οποίους και πολ¬λοί χριστιανοί απ’ τις οθωμανοκρατούμενες περιοχές, στρατολο¬γημένοι με το ζόρι.
Πράγματι, χιλιάδες ήταν οι νεκροί, ποτάμι χύθηκε το αίμα. Κι έμοιαζε κάθε νεκρός, άμα τον λογάριαζες μονάχο του, σαν μικρός Θεός. Μα ο ένας χανόταν μες στις δεκάδες και μετατρεπόταν απλώς σε ακόμα έναν νεκρό. Και τι μ’ αυτό; Πολλές μανάδες έκλαψαν κι έμελλε να κλάψουν.
Κι αν για τους επώνυμους, όπως για τον εθελοντή Κύπριο δήμαρχο Λεμεσού και βουλευτή Χριστόδουλο Σώζο που έπεσε στη Μανωλιάσα ή για τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη που το αίμα του έβαψε τα χώματα του Δρίσκου, έπλεκαν εγκώμια και θα έμεναν στην Ιστορία, ενώ για τους αφανείς δε θα μάθαινε κανείς τον θάνατό τους εξόν απ’ τους δικούς τους, τι άλλαζε; Όμοιο δεν είναι το σκέπασμα του θανάτου για όλους; Τ’ άλλα είναι για τους ζωντανούς, όσοι πήγαν διάφορο δεν έχουν. Ή μήπως έχουν; Μήπως με κάποιο τρόπο άμα τους τιμάς, το λαβαίνει η ψυχή τους;
Γιατί, όπως λέει κι ένας στίχος του ποιητή Κώστα Ουράνη:
«Τότε οι νεκροί πεθαίνουνε, όταν τους λησμονάνε»
Και πέρα από αυτό. Μήπως λησμονώντας τους χανόμαστε κι εμείς; Αποκοβόμαστε απ’ τις ρίζες μας κι αντί για δέντρα γινόμαστε κισσοί που ψάχνουν αλλού στηρίγματα; Όπως συμβαίνει στις μέρες μας;
Τα Γιάννενα δεν έπεφταν ωσότου, ξημερώνοντας η 20η Φλεβάρη 1913, σαράντα χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί εξαπέλυσαν γενική επίθεση στη γραμ¬μή Δρίσκος, Φράστανα, Αετοράχη, Λεσσιανά, Αυγό, υψώματα Θεριακήσι, Μανωλιάσσα, Άγιος Νικόλαος και μέχρι τον αυχένα Τσού¬κας και Δουρούτης εναντίον των θέσεων των Οθωμανών, τις οποίες υπερασπίζονταν περί τους είκοσι οκτώ χιλιάδες.
Το ίδιο βράδυ, και αφού ο ταγματάρχης Βελισσαρίου χάρη στην αποκοτιά του έφτασε με τους ευζώνους του μέχρι τον Άγιο Ιωάννη Μπουνίλας, αποκόβοντας την επικοινωνία της πόλης με το Μπιζάνι, αναγκάστηκε ο Εσάτ πασάς, ο διοικητής των οθωμανικών δυνάμεων, να παραδώσει τα Γιάννενα.
Τα πολυπόθητα Γιάννενα απελευθερώθηκαν με βαρύ τίμημα. Κοντά οκτώ χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες μετρούσε ο ελληνι¬κός στρατός στο Μέτωπο της Ηπείρου από την έναρξη των πολε¬μικών επιχειρήσεων.
Όσον αφορά τους πανηγυρισμούς, ήταν αναμενόμενοι. Χιλιάδες κάτοικοι απλωμένοι δεξιά κι αριστερά στον κεντρικό δρόμο υποδέχτηκαν με ζητωκραυγές, ενθου¬σιασμό και περίσσια συγκίνηση τον Ελληνικό Στρατό. Φιλούσαν τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς στο πρόσωπο και στα χέρια· κραύγαζαν υπέρ του διαδόχου Κωνσταντίνου, του βασιλιά Γεώργιου και του Βενιζέλου· πετούσαν και ξέσκιζαν τα φέσια σκεπάζοντας σχεδόν την πλατεία Ομόνοιας· έριχναν κλαδιά δάφνης, ρύζι και λουλούδια αμυγδαλιάς· κι αγκα¬λιάζονταν μεταξύ τους, έκλαιγαν κι έψελναν το Χριστός Ανέστη. Συγχρόνως ηχούσαν κανονιοβολισμοί από το φρούριο και κυμά¬τιζε η γαλανόλευκη σε όλα τα δημόσια κτίρια.
Όμως σύντομα οι πανηγυρισμοί αντικαταστά¬θηκαν απ’ την αμείλικτη καθημερινότητα και τον αγώνα της βιο¬πάλης.
«Κριαρίσιο κριάς!» διαλαλούσε τις επόμενες ημέρες ένας πλανόδιος κρεοπώλης κουβαλώντας σε ξύλινη σκάφη στον ώμο κομμάτια από κρέας κριαριού.
Την ίδια ώρα έβλεπε κανείς στον στρατώνα αρα¬διασμένους στον αυλόγυρο τους αιχμάλωτους Οθωμανούς στρα¬τιώτες. Άνθρωποι σκελετοί, κίτρι¬νοι σαν το θειαφοκέρι, ρακένδυτοι, ψειριασμένοι και πεινασμένοι.
«Εκμέκ! Εκμέκ!» παρακαλούσαν ζητώντας ένα κομμάτι ψωμί. Και πουλούσαν τ’ άρβυλά τους, τις χλαίνες τους κι ό,τι πολύτιμο βαστούσαν για μια γαλέτα, λίγη κουραμάνα ή δέκα δεκαπέντε σταφίδες, ενώ κάθε μέρα πέθαιναν δεκάδες. Απ’ την πείνα, τις αρρώστιες και τις λαβωματιές. Τούτους, ποιες μανάδες θα τους έκλαιγαν;
559 Τουρκογιαννιώτες στρατιώτες αιχμάλωτοι, πέραν των λοιπών Οθωμανών στρατιωτών, οδηγήθηκαν στην Τρίπολη όπου πέθαναν οι 180.
Αναμφίβολα ο πόλεμος θάφτει τις ομορφιές της ζήσης και στόχος μας πρέπει να είναι η ειρήνη και ο άνθρωπος. Σεβασμός, αλληλεγγύη και καλοσύνη δε συνταιριάζονται με τον σκοτωμό. Όμως την ελευθερία κανένας δε σου τη χαρίζει, την κατακτάς με αγώνες, με αίμα και πόνο.
Όπως και να ‘χει, οι πρόγονοί μας πολέμησαν για την πατρίδα, έκαναν το χρέος τους, για να χαιρόμαστε εμείς σήμερα τα Γιάννενα σαν μια σύγχρονη πολιτεία.
Όπως χάρηκαν τα ελεύθερα Γιάννενα κι άλλοι, πρωτύτερα από μας. Να, σαν εκείνους στην κεντρική πλατεία  τον Μάρτη του 1917:
Ασταμάτητο ήταν το πηγαινέλα στη χαλικοστρωμένη και πατικωμένη από πάνω με άμμο πλατεία. Κυρίες που τα φουσκωτά τους φουστάνια ηχούσαν με κάθε κίνηση σαν φτερουγίσματα∙ κοστουμαρισμένοι κύριοι με τα κολάρα, τις γραβάτες και τα λογής λογής καπέλα και μπαστούνια∙ αλά μπρατσέτα πιασμένα ζευγάρια∙ μοναχικοί περιπατητές∙ νέες ν’ ανταλλάσσουν ματιές με νέους κλεφτά απ’ τους συνοδούς τους∙ κάποιες παρέες υπηρετριών να σκανδαλίζουν τα βλέμματα των αρσενικών, καθώς άφηναν οι φούστες τους ακάλυπτη τη γάμπα∙ κι ανάμεσα σ’ όλους να περιδιαβαίνουν γυρολόγοι με φιστίκια, στραγάλια, γλειφιτζούρια, καραμέλες, βραχιόλια και χίλια δυο μπιχλιμπίδια.-
Αριθμούσαν τότε τα Γιάννενα περί τις είκοσι χιλιάδες κατοίκους∙ Έλληνες, Οθωμανούς και Εβραίους, άπαντες ελληνόφωνοι. Βεβαίως η έκτασή τους ήταν δυσανάλογα μεγαλύτερη με τον πληθυσμό. Θαρρείς κι άνοιγαν την αγκαλιά τους προκειμένου να δεχτούν μελλοντικά πολύ περισσότερους.
Όπως και δέχτηκαν στην πορεία των δεκαετιών. Όμως έχασαν και πολλούς. Είναι γνωστή η τύχη των Εβραίων των Ιωαννίνων και τα γεγονότα της 25ης Μαρτίου 1944, όταν οι Γερμανοί του Χίτλερ τους οδήγησαν στα κρεματόρια του Άουσβιτς. Απεναντίας, λιγότερο γνωστή είναι η τύχη των Τουρκογιαννιωτών, η οποία συνιστά ακόμη μια τραγική σελίδα στην Ιστορία μας δεδομένου ότι στην πλειονότητά τους ήσαν εξισλαμισμένοι Έλληνες. Αλλά και εάν δεν επρόκειτο περί αυτού, μάς καλεί η γενναιοψυχία του νικητή να μάθουμε τι απέγιναν. Επιπλέον, γιατί χρειαζόμαστε το μέλι της ιστορίας ή ό,τι μπορεί να μετατραπεί σε μέλι κι όχι το δηλητήριό της. Χρειαζόμαστε την ανθρωπιά.
Μεγάλος αριθμός Τουρκογιαννιωτών απεβίωσε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1912-13, ενώ στη συνέχεια μετοίκισε η μισή κοινότητά τους στην Τουρκία. Από περίπου δυο χιλιάδες διακόσιοι Οθωμανοί το 1912, απέμειναν οκτακόσιοι. Βεβαίως, τον αριθμό των μουσουλμάνων της πόλης αύξαιναν κοντά τετρακόσιοι πρόσφυγες απ’ το Λεσκοβίκι κι ορισμένα χωριά της γύρωθε περιοχής, τα οποία καταστράφηκαν κατά τις αψιμαχίες του Α' Βαλκανικού πολέμου και τις μάχες για την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου. Αυτοί δε λογαριάζονταν Τουρκογιαννιώτες.
Από τους 1.159 καταμετρημένους μουσουλμάνους της πόλης το 1923, κρίθηκαν ανταλλάξιμοι 874. Ούτε ήταν στο σύνολό τους Τουρκογιαννιώτες, καθώς αρκετοί πάμπτωχοι πρόσφυγες απ’ το Λεσκοβίκι δήλωσαν τουρκική συνείδηση προσβλέποντας ότι θα τους διανείμουν τις περιουσίες των Ελλήνων της Μικράς Ασίας ή του Πόντου στα μέρη όπου θα τους εγκαθιστούσαν. Οι υπόλοιποι θεωρήθηκαν αλβανικής καταγωγής κι εξαιρέθηκαν, ενώ καμιά δεκαριά οικογένειες εκχριστιανίστηκαν λαμβάνοντας ελληνικά ονόματα. Προσέτι, δεν ήσαν όλοι Αλβανοί όσοι εξαιρέθηκαν, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις μεταξύ των Ελλήνων.
Στις εννιά Ιουλίου 1924, ημέρα Τετάρτη, οι Τουρκογιαννιώτες - παιδιά, νέοι, μεσήλικες και γέροι, γυναίκες και άντρες - έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, έχοντας δικαίωμα να παραλάβουν μέχρι πεντακόσιες οκάδες πράγματα ανά σπιτικό. Μεγαλωμένοι πάππου προς πάππον στα Γιάννενα κι οι περισσότεροι από φαμίλιες εξισλαμισμένες παλαιόθεν και ελληνικής καταγωγής, ωστόσο πλέον με τουρκική συνείδηση. Κι αυτό γιατί γενικότερα και ανεξαρτήτως από τους όρους της συνθήκης Ανταλλαγής πληθυσμών, η θρησκεία ταυτιζόταν με την εθνική συνείδηση. Είσαι μουσουλμάνος, άρα Τούρκος.
Αυτοκίνητα, φορτηγά, άμαξες, κάρα και ταλίκες κατάφορτα με ανθρώπους, δέματα, μπαούλα, καλάθια, μπόγους, σεντούκια και τσουβάλια τραβούσαν για την Πρέβεζα. Ανάμεσά τους και ορισμένοι μουσουλμάνοι χωριών της Υποδιοίκησης Κόνιτσας, οι οποίοι έφευγαν με τη θέλησή τους. Απεναντίας, εκείνοι της Υποδιοίκησης Πωγωνίου και αρκετοί από την Κόνιτσα θ’ αναχωρούσαν στις 5 Απριλίου του 1925, όταν θα αποφαινόταν η μικτή επιτροπή περί της μη αλβανικής καταγωγής τους. Σε άλλα χωριά του νομού Ιωαννίνων δεν κατοικούσαν μουσουλμάνοι, με εξαίρεση την Υποδιοίκηση Παραμυθιάς, καθώς η Θεσπρωτία ανήκε τότε στον νομό Ιωαννίνων.
Στην Πρέβεζα οι Τουρκογιαννιώτες θα επιβιβάζονταν στο ατμόπλοιο Σουλχ, θα σαλπάρανε για την Κωνσταντινούπολη και κατόπιν θα τους εγκαθιστούσαν στο Ρωμαίικο ψαροχώρι Παντείχι ή Pendik της Χαλκηδόνας στην Ασιατική πλευρά της Θάλασσας του Μαρμαρά.
Οι 285 εναπομείναντες στα Γιάννενα μουσουλμάνοι ανέμεναν την οριστική απόφαση της μικτής επιτροπής ανταλλαγής, ενώ παλιννόστησαν αρκετοί στα πατρώα τους εδάφη στο Λεσκοβίκι, στην Πρεμετή και στο Δέλβινο κατόπιν πιέσεων της ελληνικής διοίκησης.
Έως το φθινόπωρο του 1924 δεν είχαν παραμείνει στα Γιάννενα περισσότερες από είκοσι πέντε οικογένειες μουσουλμάνων. Εξαιρέθηκε χατιρικά η φαμίλια του μουφτή Φουάτ εφέντη και του Μεχμέτ Σαδίκ πασά και ορισμένοι ζάμπλουτοι όπως ο Ιχσάν Χαμδή. Επίσης, δύο οικογένειες των οποίων οι άντρες ήσαν πληροφοριοδότες των Ελλήνων στον πόλεμο του 1912-13.
Αυτά συνέβαιναν ενόσω στα Γιάννενα κατέφταναν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, αρχής γενομένης από το 1922. Περί τις είκοσι δύο χιλιάδες κατέληξαν στην Ήπειρο και από αυτούς ίσαμε τρεις χιλιάδες στα Γιάννενα, αν και το Δημαρχείο της εποχής εκείνης τους ανέβαζε στις εννιά. Τον πραγματικό αριθμό κανείς δεν τον γνωρίζει, καθώς πολλοί διέμεναν για μικρό διάστημα κι ύστερα μετακινούνταν προς τη Μακεδονία. Ταλαιπωρημένοι και με κομματιασμένη την ψυχή τους πάσχιζαν να επιβιώσουν. Περιφέρονταν ρακένδυτοι, κατοικούσαν τέσσερις και πέντε οικογένειες μαζί σε ένα δωμάτιο και πολλές γυναίκες ζητιάνευαν στο κέντρο της πόλης και στα σοκάκια. Το ίδιο και πλειάδα παιδιών, ενώ οι άντρες καταπιάνονταν με τις πιο παρακατιανές δουλειές. Αρχικά, και μέχρι να δημιουργηθούν οι συνοικισμοί της Ανατολής, της Μπάφρας και της Νεοκαισάρειας, για τη στέγασή τους η Διοίκηση είχε επιτάξει τουρκικά και ελληνικά σπίτια ή φιλοξενούνταν σε σχολεία, στον μεντρεσέ του κάστρου, στη Μονή του Άγιου Παντελεήμονα στο Νησί, σε τζαμιά και αλλού. Όμως τα καταλύματα δεν επαρκούσαν και κάμποσοι έστησαν ξύλινες παράγκες στην οδό Σουλίου (η σημερινή 28ης Οκτωβρίου), σε διάφορα άλλα σημεία, έως και στα πεζοδρόμια της οδού Αβέρωφ μπροστά σε καταστήματα και εργαστήρια. Παράγκες, εκ των οποίων 58 έμειναν έως το 1935.
Οι πρόσφυγες μοιράζονταν ανάμεσα σε δυο πατρίδες και μέχρι να νιώσουν ετούτον τον τόπο, τόπο τους, χρειάστηκε να διαβούν πολλά χρόνια.
Βεβαίως ο τόπος για κανέναν δε λογίζεται ίδιος. Αλλιώς ζωγραφίζεται στη δική μου σκέψη κι αλλιώς στου συμπολίτη μου.
Όμως υπάρχουν πράγματα κοινά, που τον μετατρέπουν και σε τόπο μας.
Σχεδόν ταυτόσημη είναι και η έννοια της πατρίδας. Αλήθεια, τι είναι πατρίδα; Η πατρίδα είναι αέρας, δεν πιάνεται. Είναι μες στην ψυχή σου. Άπλωσε το κορμί σου στον χάρτη και να την η Ελλάδα. Άμα κόβεται το δάχτυλό σου στη μια άκρη πονά το κορμί σου ολά¬κερο.
Και τι μας ξεχωρίζει πιότερο σαν Έλληνες και σφιγγόμαστε γύρω από αυτόν τον κορμό που λέγεται πατρίδα; Ίσως περισσότερο απ’ όλα ό,τι δένεται με τη λαλιά μας. Λέμε Σταυρωμένη Παρασκευή κι αμέσως νογά ο άλλος δέκα πράματα∙ τα Πάθη του Χριστού, τα Εγκώμια, τα κάλαντα, την άνοιξη, τα λουλούδια που μαζεύαμε να στολίσουμε το πρωί τον Επιτάφιο, το πέρασμα από κάτω του, την περιφορά το βράδυ, τα παιδικά μας χρόνια, τα κόκκινα αυγά στο καλάθι και ούτω καθεξής. Όλα σε δυο λέξεις που μετατρέπονται σε κώδικα επικοινωνίας.
Λέει κανείς Γιάννενα κι αυτόματα απλώνεται ολόκληρος κόσμος. Τα Γιάννενα τα παινεμένα, οι ανθότοποι ονείρων, όπως τα χαρακτήριζε σε ένα ποίημά του ο Γιοσέφ Ελιγιά.
Γι’ αυτά τα Γιάννενα και την υπόλοιπη Ήπειρο πολέμησαν οι πρόγονοί μας το 1912-13 και νιώθω ότι δικαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι θυσίες τους. Όμως για να δικαιωθούν απόλυτα χρειάζεται να μπολιαστεί η συλλογική μνήμη με το μέγεθος του αγώνα τους και με την ευθύνη που μας κληροδότησαν για μια ελεύθερη Ελλάδα. Μια Ελλάδα με πολίτες που ζουν μ’ αξιοπρέπεια, δε βολεύονται, δε φοβούνται, στοχάζονται και νοιάζονται για την ελληνική γλώσσα. Με πολίτες που διεκδικούν κι ονειρεύονται τους ανθούς στο δέντρο, χωρίς να λησμονούν τις ρίζες του. Ρίζες που σημαίνουν γνώση και τιμή για το άξιο έργο των προπατόρων μας, μόχθο, ευθύνη, περηφάνια, φιλότιμο και πολλές φορές πόνο. Ρίζες ίδιες με τη ζωή, ίδιες με τα αργόσυρτα Ηπειρώτικα τραγούδια, όπου ζυμώνεται η γενναία θλίψη με το φτεροκόπημα της χαράς. Ο πόνος, η περηφάνια και ο γλυκασμός.
Περηφάνια και πόνο έκρυβαν και τα λόγια του στρατηγού Κωνσταντίνου Καλλάρη, τα οποία είπε πάνω από νεκρό σώμα του γιου του, Σπύρου Καλλάρη, που έπεσε πολεμώντας ηρωικά στο Μπιζάνι:
«Η ημέρα αυτή, παιδί μου, είναι ημέρα ευτυχίας διά τον στρατηγόν και δυστυχίας διά τον πατέρα. Ανθυπολοχαγέ Καλλάρη, εξετέλεσες λαμπρά το καθήκον σου. Εύγε! Αιωνία σου η μνήμη, παιδί μου».
Με αφορμή τα λόγια του στρατηγού Καλλάρη ανακράζω κι εγώ με τη σειρά μου:
Αιωνία σας η μνήμη, πεσόντες στα βουνά της Ηπείρου, και αιωνία σας η μνήμη όσοι πολεμήσατε για χάρη της ελευθερίας του τόπου μας!
Δε σας ξεχνούμε. Είμαστε ευγνώμονες και παραμένουμε εσαεί οφειλέτες!
Οφειλέτες σε σας, οφειλέτες στην πατρίδα και οφειλέτες στην ιδέα της ελευθερίας.

Διεύθυνση
Αγίας Μαρίνας 55, 45221, Ιωάννινα.
Τηλέφωνο: 2651083940, fax: 2651075784
email: webmaster@pkdi.gr